Imge

Κριτική Ε. Χωριατάκη

Ανακαλύπτοντας το μουσικό σύμπαν του Σκαλκώτα, 70 χρόνια μετά το θάνατό του

[...] λίγες μέρες νωρίτερα (18/11), (μέτρια προσέλευση είχε και) η συναυλία που έδωσε στην ίδια αίθουσα (Χρήστος Λαμπράκης στο Μέγαρο Μουσικής) η «Φιλαρμόνια» Ορχήστρα Αθηνών υπό τον καλλιτεχνικό της διευθυντή Βύρωνα Φιδετζή. Και τούτο, παρά το ερεθιστικό της πρόγραμμα, στο οποίο γειτνίασαν ενδιαφέροντα δείγματα της προσωπικής ατονικής μουσικής του Σκαλκώτα με τονικά έργα (λίγο έως πολύ) σύγχρονων συνθετών του.

Τα δύο παλαιότερα από αυτά, γραμμένα κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, ήσαν -περισσότερο ή λιγότερο- προσανατολισμένα προς τη ρομαντική παράδοση, την οποία διέρρηξε η δωδεκαφθογγική προσέγγιση του Σαίνμπεργκ, δασκάλου του Έλληνα συνθέτη. Και αν στο σύντομο, αισθαντικά παθιασμένο, μελωδικό «Ιντερμέτζο» από την όπερα «Η Παναγία των Παρισίων» του Φραντς Σμιτ έγιναν αντιληπτά όλα τα στερεότυπα της γλώσσας του ύστερου ρομαντισμού, η αριστουργηματική ατμοσφαιρική «Πασσακάλια» του Βέμπερν (επίσης μαθητή του Σαίνμπεργκ) φάνηκε να προοιωνίζεται τη νέα εποχή. Η έντονα χρωματική διάθεση συνδυάζεται εδώ με μιαν λεπταίσθητη, διαυγή ενορχήστρωση που θα αξιοποιούνταν σύντομα στην απελευθέρωση από την «τονικότητα». Αμφότερα τα έργα αποδόθηκαν άρτια, κυρίως λόγω του εστιασμένου, καλά συντονισμένου παιξίματος του σώματος των εγχόρδων του συνόλου.

Στα δύο έργα του Σκαλκώτα, ο εγκεφαλικός σχεδιασμός συνοδευόταν συχνά από μία παιγνιώδη, εξωστρεφή διάθεση. Στο «Κοντσερτίνο για δύο πιάνα» (1935), το γνωστό ντούο των Μπεάτας Πίντσετιτς και Χρήστου Σακελλαρίδη αποκωδικοποίησε δίχως πρόβλημα την άλλοτε αιχμηρή, άλλοτε ανάλαφρη, άλλοτε μελαγχολική/στοχαστική, σταθερά πυκνή σε ιδέες γραφή. Ακρίβεια, οικονομία, ρυθμικό σφρίγος επενδύθηκαν από τους πιανίστες σ’αυτήν τη λεπτή άσκηση ισορροπίας (όχι μόνο σε τέμπι!), στην οποία ανταποκρίθηκαν δυσκολότερα ορχήστρα και αρχιμουσικός. Ανάλογα ίσχυσαν και για την ερμηνεία της παρόμοιων αισθητικών αναζητήσεων, μεταγενέστερης (1942) πλην περισσότερο υποβλητικής/ συναισθηματικής «Μικρής Σουίτας για έγχορδα».

Η βραδιά ολοκληρώθηκε με τις διαφορετικής «ψυχαγωγικής» διάστασης «Συμφωνικές παραλλαγές πάνω σε θέματα του Βέμπερ» του Χίντεμιτ, έργο πλούσιας συμφωνικής δράσης που περιλαμβάνει λυρικά αργά μέρη και λαμπερές, άκρως δεξιοτεχνικές ζωηρές παραγράφους. Χειριζόμενος με πλαστικότητα τις δυναμικές και αποσπώντας καλές συνεισφορές από όλες τις ορχηστρικές υποομάδες, ο αρχιμουσικός διέπλασε μιαν εκτέλεση γεμάτη ορμή και παλμό, η οποία δικαίωσε εν πολλοίς το ευφρόσυνο πνεύμα της παρτιτούρας, χωρίς ν’αναδεικνύει πάντοτε με την αναγκαία διαφάνεια την πολυεπίπεδη δομή της…

[...]